Ars Dogmatica

Pierre Legendre

Μπαίνοντας στο κτίσμα των δογματικών δομών… Εξαφνα ο χορός

Ξενισμένος, σαγηνευμένος από τις μεταμορφώσεις του ανθρώπινου σώματος, από τα μακιγιαρισμένα πρόσωπα, από την επισημότητα ή την αλαφράδα του ενδύματος, εγκατέλειψα αυτούς που σκέφτονται σαν κομμένες κεφαλές, λαϊκή ελληνική έκφραση προς μελέτη. Ίσως πολύ κοντινός στους χωριάτες εξοικειωμένους με την επαφή, σώμα με σώμα, με τα ζώα, κάποτε απορούσα με την αδιαφορία για τις εκφράσεις όπως το σώμα ενός κειμένου, το σώμα ενός κρασιού, το κοινωνικό σώμα, τα συγκροτημένα σώματα κ.τ.λ.

Από που προέρχεται, αναρωτιόμουν, αυτή η στάση απέναντι στον όρο «σώμα», αρχικά συνδεδεμένο με την ιατρική, στη συνέχεια εμπλουτισμένο με θεολογικά επιχειρήματα από την ερμηνεία της θείας Σάρκωσης και τελικά εγκαταλελειμμένο από τον πιετισμό μπαρόκ του 17ου αιώνα; Δείτε την εικονογραφία ενός Χέρμαν Ούγκο ( Hermann Hugo) το 1624… που προεικάζει τις ερμηνείες σε πρώτο βαθμό του πουριτανικού νομοθετισμού του 19ου αστικού αιώνα. Αν το δούμε πιο προσεκτικά, όπως μας ενθαρρύνει μια ψυχανάλυση παιδευμένη σε κλινική και σε ιστορία των μύθων, το θέμα του σώματος-τάφου της ψυχής, σαν να λέμε της επιθυμίας, κοινοποιεί στον άνθρωπο το «θυμήσου» την θνητή σου μοίρα…

Αυτή η υπενθύμιση ενός ουσιώδους παραγνωρισμένου πλαταίνει το ερώτημα μας : το πράγμα από σάρκα κι αίμα που ορίζει η λεξική οντότητα, σώμα, πως και έγινε μεταφορά επ’αόριστον πολλαπλασιαζόμενη; Μήπως πρόκειται, μ’ αυτές τις σημασιολογικές μεταβιβάσεις για υπολείμματα μιας πρωτογενούς προσέγγισης του Κόσμου, για να τον κοινωνικοποιήσουμε, να του δώσουμε ανθρώπινη μορφή μέσω του λόγου;

Για πολύν καιρό αναρωτήθηκα : γιατί το φαινόμενο μιας γραφής της σχέσης με εαυτόν και με τον κόσμο μέσω του σώματος που χορεύει τα χορογραφικά συστήματα όντας εξ ίσου διαφοροποιημένα όσο και οι γλώσσες – υπήρξε αποφασιστικό για το εγχείρημα μου, στην αρχή λίγο πολύ τυφλό, προς μια ανανεωμένη ανθρωπολογία; Βρήκα την απάντηση αναδρομικά με μια παρατήρηση σταχυολογημένη στον μουσικολόγο Κουρτ Ζαχς (Curt Sachs) : « Ο χορός είναι η πρωτογέννητη από τις τέχνες. Πριν να εμπιστευτεί τις συγκινήσεις του στην πέτρα, στον λόγο, στον ήχο, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί το ίδιο του το σώμα για να οργανώνει τον χώρο και να ρυθμίζει τον χρόνο».

Προτού ν΄αντιμετωπίσω τα περάσματα που καθιστά δυνατά σ΄ αυτό το έδαφος η ψυχανάλυση, είχα λάβει στην Αφρική μερικά αξιομνημόνευτα μαθήματα, από τον χορό ακριβώς, που έκαναν ανάγλυφο μέσα στην παράσταση μου του πεπρωμένου, το σημάδεμα του δυτικού ανθρώπου από την διάκριση σώμα/πνεύμα, που έρχεται από τα πιο απόμακρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Κατά συνέπεια, η απουσία κοινωνικής σκέψης σε βάθος, σχετικά μe την υπόσταση του σημαίνοντος «σώμα» γινόταν για μένα λιγότερο ξένη, ενώ ταυτόχρονα διαγραφόταν μια πρωτόγνωρη απαίτηση επιστημοσύνης, η μελέτη των χορογραφικών κειμενογραφιών. Που σημαίνει να εκτιμήσουμε τον χορό γι’ αυτό που είναι : η σκηνοθετημένη βουβή σωματική αγόρευση.

Σιγά σιγά φωτιζόταν η αποδημία, ούτως ειπείν, στους θερινούς βοσκότοπους του όρου «σώμα», που απέρχεται και επανέρχεται στην αφετηριακή του κατοικία. Ένα πήγαινε-έλα μεταξύ υποκειμενικής και κοινωνικής σκηνής μέσω του οποίου ζουν και αναπαράγονται οι θεσμικές συναρθρώσεις. Αν η σκέψη εμβαθύνει την διερώτηση της με βάση την διαπίστωση ότι η ίδια η κοινωνία, ως υποβασταζόμενη από την ομιλία, είναι ένα Κείμενο, ο ορίζοντας ανοίγει : κάθε Παράδοση διαμορφώνεται, αποσυντίθεται και ανασυντίθεται κατά στρώματα, σαν ένα Κείμενο του είδους παλίμψηστο.

Οι γενεές διαδέχονται η μια την άλλη, αλλά ετούτο εδώ το θέατρο των λέξεων όπου οι ηθοποιοί είναι πλασματικές γραμματικές μορφές παραμένει. Σύμφωνα μ’ αυτήν την προοπτική, η διερώτηση σε όλους τους χώρους – στον πιστωτικό (ας εγκαταλείψουμε τον φθαρμένο όρο «religion» = θρησκεία), στον πολιτικό, στον νομικό – απαιτεί μια γνώση-ερμηνείας που να στέκεται στο ύψος της, μια ερμηνευτική που ν΄αγκαλιάζει το ιστοριακό ενός πολιτισμού.

Βαθμιαία, ξαναβρίσκοντας ένα λεξιλόγιο εξοστρακισμένο (δόγμα, δογματικός, δογματικότητα), ξανα-εφευρίσκουμε αυτό που η ανθρωπότητα γνωρίζει απ’αρχής και που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις οδούς πρόσβασης του ανθρώπινου είδους στην θέσπιση του Λογικού που είναι : η θεατρική υπόσταση του ομιλούντος ζώου. Το να συλλάβουμε την διαμόρφωση των Παραδόσεων αποτελεί το απαραίτητο εφόδιο για ν΄αντιμετωπίσουμε το χορογραφικό παράδοξο, αναπόσπαστο από το καθολικό θεμέλιο του.

Ένας πρώτος καιρός αναπνοής, πριν από την απόφαση να επιδοθώ σ’ αυτήν την μελέτη, ήταν η συναναστροφή μου με τους μεσαιωνικούς και με τον κόσμο της Αναγέννησης : θεολόγοι του μυστικού Σώματος, λειτουργιστές επικαλούμενοι την μουσική των άστρων, ποιητές-αναγνώστες του ζωδιακού κύκλου της θείας Ευχαριστίας…

Επιστρέφοντας στους νομικούς του κανονικού δικαίου και γνωρίζοντας την απέχθεια των συγχρόνων μου για τους μεσαιωνικούς σχολιαστές και για τις απαιτήσεις της μεθόδου μου, συμμετείχα, μακριά από το Παρίσι του εξήντα-οχτώ, στον διεθνή όμιλο μελετητών που στρέφονταν προς τις πηγές της πολιτικής και νομικής ιερότητας ( Στέφαν Κούτνερ, Ερνστ Καντόροβιτς, Γκέϊνς Ποστ = Stephan Kuttner, Ernst Kantorowicz, Gaines Post…).

Ενθυμούμενος την ενεργό ευμένεια των νέγρων Δασκάλων μου, ξεκίνησα τότε να μπω στο απέραντο κτίσμα των δογματικών δομών συνυφαίνοντας την παραδοσιακή νομοθετικότητα της Ευρώπης, όπου είχε ανθήσει η αινιγματική (για μένα) απαγόρευση του χορού, και που έκρυβε ένα θησαυρό από ενδείξεις επάνω στους παγανιστικούς λαούς – οι άνθρωποι του δάσους, οι άγριοι (= sauvages, μια λέξη που παράγεται από το λατινικό silva = το δάσος) –, με τις πρακτικές της θέσπισης του σώματος εκπονημένες από την Δύση κατά την διάρκεια των Νεωτέρων Χρόνων.

Η συνάντηση με τα ποιήματα-διαμεσολαβητές του Μαλαρμέ (Mallarmé) του Βαλερί (Valéry), δυο στοχαστές του χορού, στη συνέχεια το υπερβατικό ως προς τους γνώμονες γραπτό μου, με τίτλο Το Πάθος να είσαι ένας άλλος, υπήρξαν οι αποφασιστικές στιγμές του εγχειρήματος μου. Ο Λακάν (Lacan), χωρίς να πει λέξη ούτε ν’αντιλέξει, δέχτηκε στην εκδοτική συλλογή του αυτό το βιβλίο με τον σαφή υπότιτλο – Μελέτη για τον χορό –, αλλά η Σχολή του, περδικλωμένη σ’ έναν ολοκληρωτικό κονφορμισμό, μόρφασε ! Και είναι από την πλευρά των νέων χορογράφων ή χορευτών, του κινηματογραφιστή Ζαν Ρους (Jean Rouch) και του ειδικού της προϊστορίας Αντρέ Λερουά - Γκουράν (André Leroi - Gourhan), που έλαβα… πως να το πω; – το ανάλογο μιας παρηγοριάς…

Πολύ λίγα ξέρουμε ακόμη για τον χορό. Ανήκει στον σκοτεινό κόσμο των καταγωγών μας, στο απώτερο που ονομάζουμε προϊστορία, όταν το ομιλούν ζώο έμπαινε στην κατοπτρική υποκειμενική συνείδηση, αντιμετωπίζοντας με τρόμο την υλικότητα απο-υλοποιημένη χάρη στον λόγο.

Υπό το κράτος της ανάγκης, το ίδιο του το σώμα και ο κόσμος έγιναν κατοικήσιμα για τον άνθρωπο μόνο δια μέσου της γενικευμένης θεατρικότητας, δηλαδή σκηνοθετημένα, ανασυνθεμένα μέσα στην πλασματική εικονικότητα με την διαμεσολάβηση των εικόνων και των λέξεων.

Πηγαίνοντας ακόμη παραπέρα από τον Κουρτ Ζαχς (Curt Sachs) λέω : αν ο κόσμος έγινε δέσμιος του ανθρώπου, και ο άνθρωπος αιχμάλωτος του κόσμου, αν η σχέση άνθρωπος/ κόσμος έλαβε υπόσταση συνομιλητικότητας μέσω ενός δεσμού ταυτότητας/ ετερότητας, η αλλnλο-μεταπήδηση αυτή οφείλεται στην εφεύρεση του πρώτου εργαλείου για την επιβίωση που είναι : η εφεύρεση των τελετουργικών διαδικασιών που επιτρέπουν στην σκέψη να αναδυθεί με τρόπο πριν απ’ όλα αισθησιακό με άλλα λόγια, με τρόπο αισθητικό.

Μια διευκρίνηση, για να συλλάβουμε την έκταση του πεδίου που άνοιξε η μελέτη των δογματικών δομών εντός των οποίων εγγράφεται το φαινόμενο του χορού.

Ενώ η Δύση, για ό,τι την αφορά, μιλάει για γραφή, σύμφωνα με την κυριολεξία του όρου «χορό»-«γραφία», παρατήρησα ότι αυτή η αναφορά στην ικανότητα μιας σωματικής γραφής – να σημαίνεις ένα σώμα σε δεύτερο βαθμό μέσα από τις κινήσεις του φυσικού σώματος – τείνει να εξαφανίζεται ευθύς ως πρόκειται να λάβουμε υπόψη την επιστήμη των σωμάτων που χορεύουν, που είναι ξένη στο δικό μας σύστημα παραστάσεων. Η ευρωπαϊκή προβληματική του χορού ως γραφή διστάζει να ριψοκινδυνεύσει σ’ αυτά τα εξωτικά Αλλού, όπου οι τελετές της χορογραφικής αλλοτρίωσης πραγματώνονται αλλιώς.

Είμαστε οι απόγονοι του ανθρώπου [με την διάκριση] σώμα και ψυχή, μιας δέσμης διατυπώσεων γύρω από ένα αρχαίο θέμα εκχριστιανισμένο που ταξιθετεί τον άνθρωπο μέσα στην Φύση : το δίποδο ζώο χωρίς φτερά, ανίκανο ν’ ανυψωθεί στους αιθέρες παρά μόνο την ημέρα του θανάτου του όταν η ψυχή αποδημεί στον Ουρανό.

Αυτός ο «νατουραλιστικός» ορισμός ενίσχυσε τους λαϊκούς φόβους, ανάμεικτους με μίσος απέναντι εκείνων που επιχειρούσαν να κατασκευάσουν ιπτάμενα αντικείμενα, θεωρούμενα έργα του Σατανά…Βρίσκουμε την ηχώ στον Λεονάρντο ντα Βίντσι (Leonard de Vinci), παραβάτη με τον τρόπο του όταν, ως μεγαλοφυής πολυτεχνίτης, προαναγγέλει την αεροπορία : « το μεγάλο πουλί θα πετάξει, γεμίζοντας το Σύμπαν με κατάπληξη».

Στην Μοντέρνα εποχή απελευθερωμένη από την απαγόρευση, η πράξη του να χορεύεις παίρνει υπόσταση ποιητικής μεταμόρφωσης. Ο δογματιστικός συγκριτισμός φωτίζει το γεγονός ότι ο χορός στην Δύση εννοείται σαν απόσπαση από το έδαφος, πέταγμα, αντίθετα με άλλες παραδόσεις, στην Αφρική, στην Ασία, όπου ο χορός προέρχεται άλλοτε από το ρυθμικό ποδοπάτημα του εδάφους, άλλοτε από μια άσκηση χειρονομιών γλυπτικής του σώματος, σε σχέση με παραστάσεις, επίσης ιδιαίτερες, της συνομιλητικότητας του ανθρώπου και του κόσμου. Και σ’ αυτά τα Αλλού, οι μουσικές αλληλέγγυες με τον χορό ευνοούν άλλα μουσικά όργανα, όπως για παράδειγμα την εξατομικευμένη φωνή των τυμπάνων…

Jacqueline Rayet dans le Sacre du printemps, représenté à l’Opéra de Paris, 1970.
Hermann Hugo, Pia desideria emblematis illustrata, Anvers, 1624, p.332
Gravure extraite de Bry, Admiranda narratio, fida tamen de commodis et incolarum ritibus Virginiae, Francfort, 1590, 2e partie, planche XVIII.

Μετάφραση : Αλεξάνδρα Παπαγεωργίου-Legendre

Emblème

Solennel, l’oiseau magique préside à nos écrits.
Le paon étale ses plumes qui font miroir à son ombre.
Mais c’est de l’homme qu’il s’agit :
il porte son image, et il ne le sait pas.

Sous le mot Analecta,
j’offre des miettes qu’il m’est fort utile
de rassembler afin de préciser
sur quelques points ma réflexion.